Aγριοτριανταφυλλιά. Το φυτό από το οποίο εσφαλμένα πιστευόταν πως παράγεται το «γκιουλμπερί»

 

Γιώργος Μαυροφρύδης | Αρχαιολόγος, Μελισσοκόμος

 

Από την αρχαιότητα ακόμη το μέλι που παραγόταν σε ορισμένες περιοχές έχαι- ρε, κυρίως λόγω των ιδιαίτερων και ποι­οτικών του χαρακτηριστικών, ιδιαίτερης φήμης και κατά κανόνα διατιθόταν σε υψηλότερη των άλλων τιμή. Ως τέτοια μέ­λια μπορούμε να αναφέρουμε το μέλι της Αττικής και δη του Υμηττού, αυτό της Σα­λαμίνας, της Καλύμνου, της Κρήτης, των Χύτρων στην Κύπρο, των θεαγγέλων στη Μικρά Ασία και τηςΎΒλας στη Σικελία.

Ορισμένα από τα μέλια αυτά διατήρη­σαν ή και επαύξησαν τη φήμη τους δια μέσου των αιώνων, ενώ άλλα απέκτησαν όνομα αργότερα, ακόμη και στις μέρες μας – όπως για παράδειγμα η «βανίλια» Μαινάλου. Μετην ιστορία ενόςαπότα μέ­λια αυτά θα ασχοληθούμε εδώ, με το λε­γόμενο «γκιούλμπερι», «γκιούρμπερι», «γκίλμπερι», «ροδόμελο» ή «ροδόμελι» της Καρύστου. Ένα μέλι που έγινε γνω­στό κατά την Τουρκοκρατία και το οποίο διατηρεί τη φήμη του ως τις μέρες μας.

Η ονομασία του εν λόγω μελιού προ­έρχεται από παραφθορά της τουρκικής λέξης «γκιούλ-μπαλ», το πρώτο συνθε­τικό της οποίας -που είναι περσικό δά­νειο- σημαίνει ρόδο, τριαντάφυλλο και το δεύτερο μέλι. Με την ίδια ωστόσο ονο­μασία, «ροδόμελο» ή «ροδόμελι», είναι γνωστά και διάφορα γλυκά παρασκευά­σματα (όπως αυτό από φύλλα ρόδου, συ­κάμινα, μοσχοκάρυδα, μέλι και ξύδι που περιγράφεται στη «Λυγερή» του Α. Καρ- καΒίτσα) ή και μαντζούνια, τα οποία Βέ­βαια καμία σχέση δεν έχουν με το προς εξέταση «ροδόμελο».

Επί Τουρκοκρατίας όλη η παραγωγή του καρυστινού «ροδόμελου» φαίνεται πως προοριζόταν για το σαράι του Σουλ­τάνου (Nicolaidis, 1955], Ο τοπικός πασάς αξίωνε το μονοπώλιο του ξακουστού αυ­τού μελιού και κάθε χρόνο το έστελνε ως δώρο στον «μεγάλο κυρίαρχο» της Κων­σταντινούπολης. Αναφέρεται μάλιστα πως σε περίπτωση μη συμμόρφωσης προς την απαγόρευση πώλησης του με­λιού αυτού η προβλεπόμενη ποινή ήταν αυτή του θανάτου! (Kiages, 1861). Στο παλάτι το «ροδόμελο» χρησιμοποι­ούνταν κυρίως για την παρασκευή των γευστικών σερπετιών του σουλτανικού χαρεμιού (Αντωνιάδης, 1907: 145). Μετά την απελευθέρωση, η μεγαλύτερη πο­σότητα του «ροδόμελου» εξακολουθού­σε να εξάγεται στην Κωνσταντινούπο­λη όπου «πωλούνταν σε πολύ υψηλές τι­μές σε τουρκικές οικογένειες οι οποίες το χρησιμοποιούσαν στπ μαγειρική και τα γλυκά τους» (Anonymus, 1899).

Ως τις πρώτες δεκαετίες του περασμέ­νου αιώνα θεωρούνταν πως το «ροδό­μελο» προερχόταν όντως από τα άγρια ρόδα, τις αγριοτριανταφυλλιές, που αυ- τοφύονται στην Καρυστία, κυρίως κο­ντά στο χωριό Καλλιανός. Εξ όσων γνω­ρίζουμε ο Kiagesείναι αυτός που πρώ­τος έγραψε για το εν λόγω μέλι στο άρ­θρο του για τη μελισσοκομία στην Ελλά­δα, στο δεύτερο μόλις τεύχος του περι­οδικού AmericanBeeJournal, το 1861. Αναφέρει πως το «ροδόμελο» παρά- γεται στις ακαλλιέργητες εκτάσεις κο­ντά στην πόλη της Καρύστου («Kargetos” στο πρωτότυπο) όπου υπάρχουν εκτετα­μένες περιοχές κατάφυτες με σμεουριές (rasperries), αγριοτριανταφυλλιές (dog- roses) και ροδοδάφνες (oleanders), όπου οι μέλισσες λαμβάνουν σε αφθο­νία νέκταρ από τις πλέον έξοχες μελισσο- Βοσκές. Το παραγόμενο μέλι περιγράφε- ται να «έχει ένα θελκτικό άρωμα ρόδου».

Είκοσι σχεδόν χρόνια αργότερα, ο Th. vonHeldebreich, διευθυντής τότε του Βοτανικού κήπου και μουσείου του Πα­νεπιστημίου Αθηνών, σε σημείωμά του προς το ίδιο περιοδικό, ενημερώνει τους αναγνώστες πως «στα περίχωρα της Κα­ρύστου παράγεται ένα ασυνήθιστο και υπέροχο μέλι, που ονομάζεται «ροδό- μελι» και είναι μέλι από τριανταφυλλιές» (VonHeldenreich, 1878).

Στα τέλη του προπερασμένου αιώνα, ανώνυμος αρθρογράφος αναφέρει πως στην Ελλάδα, εκτός των άλλων, «απα­ντά επίσης ένα άλλο είδος μελιού, το οποίο ονομάζεται “ροδόμελι» ή μέλι από τριανταφυλλιές. Τα μελίσσια που παρά­γουν αυτό το μέλι Βρίσκονται στην Επαρ­χία Καρυστίας της Εύβοιας-σε περιοχές που καλύπτονται από άγριες τριανταφυλ­λιές, από τις οποίες οι μέλισσες συλλέ­γουν το μέλι» (Anonymus, 1899).

Ο Γεννάδιος στο «Φυτολογικό Λεξικό» του και στο λήμμα «ροδή», ισχυρίζεται κι αυτός πως «πολλών ροδών τα άνθη είνε μελιγόνα, αι εις αυτά δε νεμόμεναι μέλισ- σαι παράγουσι μέλι έξοχον. Τοιούτον είνε το μέλι μικρός περιιρερείαςτης Καρυστί­ας, ένθα αυτοφυούνται πολλαί ροδαί. Το μέλι τούτο, άλλοτε, γνωστόν υπό το τουρ­κικόν όνομα «γκιούλ-μπαλ», απεστέλλετο όλον ως είδος φόρου εις τα εν Κωνσταντινουπόλει σουλτανικά ανάκτορα» (Γεν­νάδιος, 1914 844).

Πρώτος ο Άγγελος Τυπάλδος-Ξυδιάς, σε έκθεσή του το 1923, η οποία είδε το φως της δημοσιότητας το 1927, αμφισβή­τησε την προέλευση του «ροδόμελου» από τα άνθη της τριανταφυλλιάς και εντό­πισε, εν πολλοίς σωστά, τα φυτά εκείνα από το νέκταρ των οποίων προέρχεται τοξακουστό μέλι. 0 ίδιος επισκέφθηκε την περιοχή σε μια προσπάθεια να καθορί­σει ακριβώς το είδος της τοπικής αγρι­οτριανταφυλλιάς (ΕΙΚ.), την οποία υποτί­θεται πως επισκέπτονταν οι μέλισσες για συλλογή νέκταρος και κατέληξε στο συ­μπέρασμα πως πρόκειται μάλλον για το είδος RosacaninaL. (Τυπάλδος-Ξυδιάς, 1927:49).

Εξετάζοντας την άποψη του Γενναδίου, πως υπάρχουν μελιγόνες τριανταφυλ­λιές, του ασκεί κριτική, θεωρώντας πως διαμόρφωσε τη γνώμη του από πληρο­φορίες και όχι από δικές του παρατηρή­σεις και παραθέτει βιβλιογραφία σύμφω­να με την οποία η τριανταφυλλιά δεν είναι μελιγόνο φυτό. Προχωρά μάλιστα περαι­τέρω, λέγοντας πως και στην περίπτω­ση ακόμη που υποτεθεί πως, λόγω ιδι­αίτερων τοπικών συνθηκών, η αυτοφυ­ής τριανταφυλλιά της Καρύστου είναι με- λιγόνος, ακόμη και τότε, οι τριανταφυλ­λιές δεν σχετίζονται με την παραγωγή του περίφημου μελιού. Κι αυτό διότι η άνθη­ση των ρόδων λαμβάνει χώρα τον Απρί­λιο και Μάιο, όταν τα μελίσσια χρησιμο­ποιούν όλο το συλλεγμένο μέλι για την εκτροφή του γόνου, ενώ ο τρυγητός γί­νεται τον Ιούλιο και στο ενδιάμεσο διά­στημα μεσολαβεί περίοδος όπου τα με­
λίσσια υποφέρουν από έλλειψη τροφής. Τα παραπάνω Βασίζει τόσο σε προσωπι­κές του παρατηρήσεις, όσο και στη μαρ­τυρία έμπειρου μελισσοκόμου της πε­ριοχής και συγκεκριμένα του διδασκά­λου Κ. Μαστρογιάννη, ο οποίος ασκού­σε -το 1923- μελισσοκομία επί 20 χρόνια στον Καλλιανό, στην περιοχή δηλαδή των αγριοτριανταφυλλιών.

Το ίδιο επιχείρημα επαναλαμβάνεται λίγο αργότερα και από τον ξακουστό τοπι­κό μελισσοκόμο Δημήτρη Ρήγα (το όνομα του οποίου έχει, τιμής ένεκεν, σήμερα ο Μελισσοκομικός Εύλογος Καρύστου) σε άρθρο του στην τοπική εφημερίδα Καρυστινή (15/11/1930), το οποίο εντόπισε πρόσφατα ο αείμνηστος ερευνητής της παραδοσιακής μας μελισσοκομίας Θανά­σης Μπίκος (2010α).

Κατά την άποψη του Τυπάλδου-Ξυδιά, το «ροδόμελο» της Καρύστου οφείλε­ται αποκλειστικά στην ανθοφορία αρκε­τών χειλανθών, εκ των οποίων τα πλέον αξιόλογα, από άποψης ποιοτικής και πο­σοτικής εκκρίσεως νέκταρος, είναι η ρί­γανη, το θρούμπι και το τσάι του Βουνού (Τυπάλδος-Ξυδιάς, 1927: 50). Σήμερα εί­ναι γνωστό πως το «γκιούλμπερι» της Καρύστου προέρχεται από τον σιδερίτη ή τσάι του βουνού και τη ρίγανη του όρους Όχη, που ανθίζουν Ιούλιο και Αύγουστο (Nicolaidis, 1955 Νικολάίδης, 1994 117). Το μέλι από το τσάι του Βουνού [Sideritisspp) θεωρείται ως ένα από τα καλύτερα ελληνικά μέλια, παράγεται όμως σε μι­κρές ποσότητες και είναι τοπικής σημα­σίας (Χαριζάνης, 1996: 124 Θρασυβού­λου, 2001: 195). Το αντίστοιχο από τη ρί­γανη (Origanumspp} θεωρείται κι αυτό μέλι καλής ποιότητας (Χαριζάνης, 1996: 118). Ο συνδυασμός των δύο παράγει το «ροδόμελο».

Σε μερικές από τις πρώτες χημικές αναλύσεις μελιών που διενεργήθηκαν στην Ελλάδα συμμετέχει και το μέλι Κα­ρύστου (δεν αναφέρεται όμως αν γίνεται λόγοςγια το «γκιούλμπερι» -που είναι και το πιθανότερο  ή άλλο μέλι της επαρχίας) όπως και το κερί (Τουφεξής, 1922: 288 Τριβιζάς, 1938: 313), γεγονός ενδεικτικό ως ένα Βαθμό της σπουδαιότητας και τη φήμης που έχαιρε η περιοχή για τη με- λισσοκομική της παραγωγή.

Η μελισσοκομία στην περιοχή της Κα­ρύστου είχε, κατά την παραδοσιακή της ακόμη μορφή, νομαδικό χαρακτή­ρα (Μαυροφρύδης, 2015). Παρουσιάζει ενδιαφέρον το γεγονός πως όλες οι με­ταφορές των μελισσιών διενεργούνταν εντός των συνόρων της επαρχίας Καρυοτίας, το οποίο σημαίνει πως οι ανθοφο­ρίες της περιοχής ήταν ικανοποιητικές γιατηντοπική μελισσοκομική παραγωγή. Οι παραδοσιακές κυψέλες της περιοχής ήταν οριζόντιες, από κουφωμένους κορ­μούς δέντρων ή κάθετες από σανίδες, και μεταφέρονταν με υποζύγια στην’Οχη για το «γκιούλμπερι» (Τυπάλδος-Ξυδιάς, 1927: 47 Μπίκος, 20106], Οι σύγχρο­νες πλαισιοκυψέλες έκαναν την εμφάνι­σή τους στην Καρυστία το 1911 και αυ­τός που τις έφερε ήταν ο παραπάνω ανα­φερθείς, πρωτοποριακός για την εποχή του, μελισσοκόμος Δ. Ρήγας. Ο ίδιος, με­τέφερε τις πλαισιοκυψέλες του («με ζώα δι’ ασφαλών αμερικανικών μεθόδων»!), Ιούλιο και Αύγουστο, στο όρος Όχη για την ανθοφορία του τσαγιού και της ρίγα­νης, δηλαδή του «ροδόμελου» (Νικολάί- δης, 1994:117 Μπίκος, 2010α).

Ο Δ. Ρήγας τιμήθηκε για το μέλι του με μετάλλιο στη Διεθνή Έκθεση του Σαν Φρανσίσκο (1915), με βραβείο στην έκ­θεση της Λιέγης, με διάκριση στην Έκ­θεση της Λωζάννης (1925) και με χρυ­σό βραβείο και χρηματική αμοιβή στη Διεθνή Έκθεση (1930 & 1931) Θεσσαλο­νίκης (Τυπάλδος-Ξυδιάς, 1927: 48 Μπί­κος, 2010α). Εύλογα πιθανολογούμε πως ανάμεσα στα βραβευμένα μέλια του Δ. Ρήγα θα περιλαμβάνονταν και «ροδόμε- λο». Σημειωτέον, πως ο εν λόγω μελισ- σοκόμος εξήγαγε «ροδόμελο», όπως βέ­βαια και θυμαρίσιο μέλι, στην Αγγλία, την Αμερική καιτην Αίγυπτο (Μπίκος, 2010α).

Σήμερα, εξακολουθεί να παράγεται στην Καρυστία «γκιούλμπερι» αν και σε μικρές ποσότητες, οι όποιες, όπως θα δούμε παρακάτω, Βαίνουν συνεχώς μει- ούμενες. Υπάρχουν μάλιστα μελισσο- κόμοι που αναφέρουν στα φυτά από τα οποία παράγεται το «ροδόμελο» και την αγριοτριανταφυλλιά. Προφανώς αυτό γί­νεται για λόγους αξιοποίησης της ιστορί­ας και του μύθου του εν λόγω μελιού και κατά συνέπεια διαφήμισης και περαιτέ­ρω προώθησής του. Έτσι, σύμφωνα με μελισσοκόμο της Καρύστου, το «γκιούλ- μπερι» προέρχεται από «τσάι, θρούμπι, ρίγανη, χαμωρίγανη και άγριο τριαντά­φυλλο» (Παλαμίδη, 2012). Είναι χαρα­κτηριστική όσο και ενδιαφέρουσα η ετι­κέτα μελιού της Καρύστου που δημοσί­ευσε προ πενταετίας ο θ. Μπίκος (2010α), στην οποία αναγράφεται: «ΜΕΛΙ ΚΑΡΥΣ­ΤΟΥ, Ροδόμελι ή Γκίλμπερι. Αγαπητέ κα­ταναλωτή, αυτό το μέλι συλλέγεται από άγρια τριανταφυλλιά (απ’ όπου και η ονο­μασία), χαμουρίγανη, ρίγανη και τσάι. Επί τουρκοκρατίας το έπαιρναν οι σουλτάνοι για το χαρέμι τους. «Νιώσε κι εσύ σουλ­τάνος”»

 

Η σημερινή τιμή του «γκιούλμπερι»


ανέρχεται σε 15 με 20 ευρώ το κιλό (Πα­λαμίδη, 2012), τιμή αρκετά υψηλή, αλλά σε καμία περίπτωση υπερβολική, ιδιαίτε­ρα εάν λάβουμε υπόψη τη μειωμένη πα­ραγωγή, τη σπανιότητα (μοναδικότητα θα λέγαμε), καθώς και την ποιότητα του εν λόγω μελιού. Άλλωστε, σε όλη τη μακρό­χρονη ιστορία του το «ροδόμελο» έχαιρε πάντοτε υψηλής εκτίμησης και φυσικά τι­μής. Στα 1934 ο Γεώργιος Σωτηριάδης, σε άρθρο του υπό τον τίτλο «Ένας αθη­ναϊκός περίπατος: Ραφήνα – Κάρυστος» που δημοσιεύθηκε στο Ημερόλογιον της Μεγάλης Ελλάδος, κάνει λόγο και για το «ροδόμελο», το οποίο την εποχή του πω- λούνταν προς το διόλου ευκαταφρόνητο ποσό των εκατόν δέκα δραχμών η οκά. Αναφέρει μάλιστα πως γινόταν τότε προ­σπάθειες από τους ντόπιους για αύξηση της παραγωγής του (Σωτηριάδης, 1934).

Τα πράγματα, ωστόσο, κάθε άλλο παρά ρόδινα είναι στις μέρες μας για το είδος αυτό του μελιού. Η ούτως ή άλλως μικρή παραγωγή του «γκιούλμπερι» φαίνεται πως επηρεάστηκε από τις καταστροφική προ εξαετίας μεγάλη πυρκαγιά, η οποία αποτέφρωσε πάνω από εκατό χιλιάδες στρέμματα, ενώ η Βόσκηση κατοικιών δημιουργεί επιπρόσθετα προβλήματα στη διατήρηση των δύο κύριων φυτών που συμμετέχουν στην παραγωγή του. Τελευταία, αναφέρεται δυστυχώς ακόμη ένα πρόβλημα που αφορά στη διατήρη­ση του σιδερίτη και της ρίγανης στο όρος Όχη και έχει να κάνει με την ανεξέλεγκτη κοπή των δύο αυτών φυτών. Ο Μελισσο- κομικός Σύλλογος Καρύστου – Δ. Ρήγας εκπέμπει, με έγγραφό του το 2012, SOS, και ζητά τη συμπαράσταση φορέων, ορ­γανώσεων και συντοπιτών στην αντιμε­τώπιση του προβλήματος, μια που πλέ­ον, όπως αναφέρει, το «ροδόμελο» τεί­νει να εξαφανιστεί. Προτείνει μάλιστα, να επιτρέπεται μεν η κοπή και συλλογή των αναφερθέντων φυτών, να διενεργεί- ται ωστόσο «κατά το τέλος της απάνθισής τους», ήτοι μετά τη 10″ Ιουλίου για το τσάι του βουνού και μετά την Γ Αυγούστου για τη ρίγανη. Η το­ποθέτηση από τον εν λόγω σύλλογο σχετι­κών ενημερωτικών πινακίδων στο βου­νό δεν είχαν το προσ- δοκώμενο αποτέλε­σμα, και «καταστρά­φηκαν από την πρώ­τη στιγμή»! [Τσαπέπα,

2012). Από πλευράς μας ευχόμαστε και ελπίζουμε να επιλυ­θούν τα ζητήματα της ανεξέλεγκτης κοπής
και της Βόσκησης κατοικιών στην’Οχη, ώστε τα φυτά από τα οποία παράγεται το «γκιούλμπερι» να διατηρηθούν σε αριθ­μούς που θα επιτρέπουν στους ντόπιους μελισσοκόμους να συνεχίσουν να το πα­ράγουν σε ολοένα και μεγαλύτερη ποσό­τητα.

Κερδίστε έκπτωση 15%

Αφήστε τα στοιχεία και κερδίστε το ΔΩΡΟ σας!

Ευχαριστούμε για την εγγραφή.

Κερδίστε έκπτωση 15% & δείτε το VIDEO

Αφήστε τα στοιχεία και κερδίστε το ΔΩΡΟ σας!

Ευχαριστούμε για την εγγραφή.

Κερδίστε eBOOK

Αφήστε τα στοιχεία και κερδίστε το eBook με συμβουλές και λύσεις για τη μελισσοκομία!

Ευχαριστούμε για την εγγραφή.

Κερδίστε έκπτωση 15%

Αφήστε τα στοιχεία και κερδίστε το ΔΩΡΟ σας!

Ευχαριστούμε για την εγγραφή.

Κερδίστε έκπτωση 15%

Αφήστε τα στοιχεία και κερδίστε το ΔΩΡΟ σας!

Ευχαριστούμε για την εγγραφή.

Κερδίστε έκπτωση 15%

Αφήστε τα στοιχεία και κερδίστε το ΔΩΡΟ σας!

Ευχαριστούμε για την εγγραφή.

Κερδίστε έκπτωση 15%

Αφήστε τα στοιχεία και κερδίστε το ΔΩΡΟ σας!

Ευχαριστούμε για την εγγραφή.

Μπείτε στη λίστα μας για Ενημερώσεις!

Εγγραφείτε στη λίστα μας για ενημερώσεις και νέα προϊόντα της εταιρίας μας.

Ευχαριστούμε για την εγγραφή!